Επαγγελματική Εξουθένωση Εκπαιδευτικών
Πρόληψη και Στρατηγικές Αντιμετώπισης
Είναι μια ειδική κατηγορία στρες που σχετίζεται με την εργασία.
Η επαγγελματική εξουθένωση έχει μελετηθεί ιδιαίτερα σε εκπαιδευτικούς γιατί είναι ένα πολύ διαδεδομένο επάγγελμα και γιατί ο ρόλος χαρακτηρίζεται από την εξής διττότητα:
Έχει να κάνει με την μετάδοση γνώσης από τη μια αλλά και την καλλιέργεια κοινωνικών και ηθικών αξιών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων από την άλλη.
Η επαγγελματική εξουθένωση είναι ένα φαινόμενο πολύ διαδεδομένο που επηρεάζει την απόδοση, την διδακτική ικανότητα και την πρόοδο των μαθητών.
Πρόκειται για μια διαδικασία, όχι ένα μεμονωμένο συμβάν ή γεγονός.
Είναι μία σταδιακή εξάντληση που περιλαμβάνει τα εξής:
- Συναισθηματική και Σωματική εξάντληση: το άτομο αισθάνεται ψυχικά υπερφορτωμένο και αποστραγγισμένο, ότι δεν μπορεί πλέον να προσφέρει στη διδασκαλία και στους μαθητές του. Η έλλειψη ενέργειας το κάνει να νιώθει ότι αδυνατεί να αποδώσει άλλο στην εργασία του, με αποτέλεσμα να βιώνει απογοήτευση και ενδεχομένως τα συναισθήματά του να σωματοποιούνται.
- Αποπροσωποποίηση (μείωση της ενσυναίσθησης, του νοιαξίματος και της κατανόησης): Ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζει απρόσωπα, με αρνητικές, κυνικές συμπεριφορές και αισθήματα, με μη συμπονετική ή αδιάφορη ή αδόκιμα κριτική στάση, τους μαθητές που διδάσκει, καθώς και τους ανθρώπους που συνεργάζεται, συναδέλφους του και γονείς (Anastasiou, 2020). Οι μαθητές χαρακτηρίζονται συχνά ως «προβληματικές περιπτώσεις», «περιστατικά» και ως εκ τούτου δεν μπορεί κανείς να κάνει κάτι, δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί περαιτέρω.
- Μειωμένο αίσθημα ικανοποίησης και επίτευξης και απώλεια σκοπού: Η αποπροσωποποίηση οδηγεί σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και αίσθημα μειωμένης προσωπικής επίτευξης. Ο εκπαιδευτικός υιοθετεί μια αρνητικά κριτική στάση απέναντι στην ίδια τη δική του δουλειά και προσφορά. Συχνά, αυτό συμβαίνει επειδή έχει προσδοκίες για το έργο του ως εκπαιδευτικός, που όμως διαρκώς ματαιώνονται ή χρειάζονται περισσότερο κόπο και ενέργεια από ότι ο ίδιος αρχικά ανέμενε. Κρίνει έτσι, αρνητικά το περιεχόμενο, τη σημασία, τη σπουδαιότητα της διδασκαλίας του και θεωρεί τα επιτεύγματά του ως ανεπαρκή («δεν τα καταφέρνω με τα παιδιά», «δεν τα καταφέρνω με την εκπαίδευση»). Αισθάνεται, ανήμπορος να προσφέρει, αναποτελεσματικός, ότι πλέον δεν αντέχει τους μαθητές και τη διδασκαλία (Maslach et al., 2001; Maslach & Leiter, 2008).
Οι ανωτέρω τρεις διαστάσεις ορίζονται ως εννοιολογικά διαφορετικές μεταξύ τους. Από την άλλη όμως σχετίζονται και αλληλοεπιδρούν διαρκώς δημιουργώντας έναν ανατροφοδοτούμενο κύκλο διαρκώς αυξανόμενης ψυχοσυναισθηματικής επιβάρυνσης, που έχει επιπτώσεις πρωτίστως στον ίδιο τον εκπαιδευτικό και στη συνέχεια στην σχολική κοινότητα. Πρωταρχικό σημείο σχετικά με την επαγγελματική εξουθένωση είναι η συναισθηματική κόπωση, δηλαδή η αποθάρρυνση που αναπτύσσεται όταν απομυζάται η συναισθηματική ενέργεια. Όταν η συναισθηματική κόπωση γίνει χρόνια, τότε οι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να μεταδώσουν γνώσεις στους μαθητές.
Ποια είναι τα συμπτώματα στην επαγγελματική εξουθένωση εκπαιδευτικών
Συνοπτικά, ως συμπτώματα αναφέρονται τα εξής και είναι σωματικά, ψυχολογικά και συμπεριφορικά.
Στα σωματικά συμπτώματα περιλαμβάνονται πονοκέφαλοι, κόπωση, δυσκολίες ύπνου, γαστρεντερικά προβλήματα, διαταραχές διατροφής και μυοσκελετικοί πόνοι. Τα ψυχολογικά συμπτώματα μπορεί να είναι το έντονο στρες, η ανία, ο εκνευρισμός, η αδυναμία συγκέντρωσης και η έλλειψη ενθουσιασμού. Συμπεριφορικά, παρατηρείται στο άτομο ένταση, κοινωνική απόσυρση, μειωμένη παραγωγικότητα, συχνές απουσίες και τέλος παραίτηση.
Ποια είναι τα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα τα επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης είναι χαμηλά με μέτρια σε σχέση με άλλες χώρες, σχετίζονται κυρίως με παράγοντες της δουλειάς και όχι της προσωπικής ζωής και είναι πιο υψηλά στους εκπαιδευτικούς της ειδικής αγωγής και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Έρευνα που έγινε το 2023 στην ΠΔΕ Αττικής έδειξε ότι:
Έχουν ανέβει τα επίπεδα της επαγγελματικής εξουθένωσης στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το Λύκειο και το Νηπιαγωγείο. Τα επίπεδα στρες εκτιμώνται από υψηλά έως μέτρια για τις 3 διαστάσεις. Κυρίως φαίνεται να πλήττονται πιο έντονα νεότεροι εκπαιδευτικοί. Ίσως αυτό έχει να κάνει με την απόκλιση μεταξύ των προσδοκιών και των ματαιώσεων των νέων εκπαιδευτικών, καθώς και την διάσταση των αξιών στην εκπαίδευση με την εργασιακή πραγματικότητα. Επίσης, σχετίζεται με το απλαισίωτο των νεαρών συναδέλφων στο χώρο εργασίας, δηλαδή την απουσία οργανωμένης υποστήριξης και διά βίου εκπαίδευσης. Οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερα επίπεδα συναισθηματικής εξουθένωσης και οι άντρες μεγαλύτερα επίπεδα στρες στη διάσταση κυνισμού/ αποπροσωποποίησης.
Η αλλαγή στα επίπεδα του στρες αποδόθηκε στην οικονομική κρίση, την πανδημία κοβιντ και την ετερογένεια των μαθητών των σχολικών τάξεων σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, καταγωγή, δυνατότητες και υποστήριξη από την οικογένεια.
Πηγές στρες & επιβαρυντικοί παράγοντες
Η επαγγελματική εξουθένωση είναι λοιπόν η απάντηση στις στρεσογόνες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον επαγγελματικό τους χώρο. Ως πηγές στρες για την επαγγελματική εξουθένωση των εκπαιδευτικών, σε πολλές μελέτες έχουν προσδιοριστεί η υπερφόρτωση ρόλου, οι εργασιακές συνθήκες, η έλλειψη πόρων, οι φτωχές επαγγελματικές σχέσεις με συναδέλφους, οι χαμηλές αποδοχές, η ασάφεια και σύγκρουση ρόλων, η απρεπής συμπεριφορά των μαθητών, οι σχέσεις με τους γονείς, οι προσδοκίες των ίδιων των εκπαιδευτικών, οι πιέσεις που ασκούνται από την εκπαιδευτική ηγεσία, η έλλειψη επικοινωνίας, η κοινωνική αμφισβήτηση κ.α.
Παράγοντες: Η διαχείριση της δύσκολης συμπεριφοράς των μαθητών, η απροθυμία τους να μάθουν και ο περιορισμός του χρόνου για ολοκλήρωση του εκπαιδευτικού έργου βρέθηκαν ως επιβαρυντικοί παράγοντες για τους δασκάλους. Ιδιαίτερα η ανήσυχη και διασπαστική συμπεριφορά των μαθητών προκαλεί μεγάλο στρες στους εκπαιδευτικούς, καθώς η ελλειπής προσοχή τους στο μάθημα μπορεί να κάνει τους εκπαιδευτικούς να νιώθουν αποτυχημένοι και ανεπαρκείς. Ως αποτέλεσμα της απογοήτευσης αφήνονται στο να παράγουν όντως κακό παιδαγωγικό έργο και ως αποτέλεσμα αυτού, οι μαθητές απομακρύνονται ακόμη περισσότερο και αυτό αποτελεί έναν δύσκολο αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο.
Ο ατομικός παράγοντας της νεύρωσης ή του καταθλιπτικού αισθήματος είναι κάτι που μπορεί να επιβαρύνει, ωστόσο το χαμηλό κοινωνικό άγχος, δηλαδή η ανοιχτοσύνη και σύνδεση με τους συναδέλφους, καθώς επίσης και η επαρκής υποστήριξη, είναι πιο σημαντικοί αντισταθμιστικοί παράγοντες.
Σημαντικοί παράγοντες στο αίσθημα αυταξίας του εκπαιδευτικού είναι λοιπόν και οι σχέσεις με τον διευθυντή και τους συναδέλφους, ακόμη και με τους γονείς των παιδιών. Όταν ο εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι το έργο του δεν αναγνωρίζεται, είναι πιο πιθανό να αναπτύξει συναισθηματική κόπωση. Αντίθετα, η σχολαστικότητα και η φροντίδα για την δουλειά συνδέεται με μικρότερο βαθμό εξουθένωσης και με μεγαλύτερο αίσθημα επίτευξης. Η προσωπική εμπλοκή, η επιμονή, η ανάγκη για επίτευξη, η τυπικότητα και η οργανωτικότητα είναι σημαντικοί παράγοντες της σχολαστικότητας που προβλέπουν την επιτυχία στη δουλειά και στοιχεία που είναι ικανά να ενεργοποιήσουν προσωπικές και εργασιακές πηγές υποστήριξης, καθώς αυξάνουν το αίσθημα της αισιοδοξίας και της αυτοαποτελεσματικότητας. Ακόμη, η συναισθηματική νοημοσύνη έχει βρεθεί ως προστατευτικός παράγοντας και έχει συνδεθεί με υψηλά επίπεδα αφοσίωσης. Ένας υγιεινός τρόπος ζωής με χρόνο για την οικογένεια και για προσωπικά ενδιαφέροντα, συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα burnout.
Ανθεκτικότητα & ετυμολογία «τραύμα» (Ρένος Παπαδόπουλος)
Κλείνοντας αυτό το σύντομο, ενδεικτικό θεωρητικό κομμάτι, παραθέτω μία από τις αγαπημένες μου θεωρήσεις για την ανθεκτικότητα με φανταστική ετυμολογική προέλευση και σύνδεση με τις λέξεις.
Ρένος Παπαδόπουλος. Ανθεκτικότητα
Τραύμα: τιτρώσκω, πληγώνω, προξενώ φθορά.
«…Όμως από την φθορά, μόνο κάτι καινούριο μπορεί να έρθει. Που θα είναι το καινούριο μου εφόδιο.»
Το τραύμα είναι ένας ιατρικός όρος που αναφέρεται σε έναν τραυματισμό ή μια πληγή, την κατάσταση που δημιουργείται όταν σπάσει το δέρμα. Στα ελληνικά, τραύμα σημαίνει πληγή, τραυματισμός, και προέρχεται από το ρήμα τιτρώσκω – τρυπώ. Έτσι, η αρχική σημασία του τραύματος είναι το σημάδι, ο τραυματισμός που αφήνει το δέρμα που τρυπήθηκε. Από την έρευνα της ετυμολογίας της λέξης τραύμα (Παπαδόπουλος 2000; 2001; 2002, 2007) προέκυψε ότι το τιτρώσκω προέρχεται από το ρήμα τείρω που σημαίνει «τρίβω» και, στα αρχαία ελληνικά, είχε δύο σημασίες: τρίβω- και τρίβω, απομακρύνω. Επομένως, τραύμα είναι το σημάδι που αφήνεται στα άτομα ως αποτέλεσμα του ότι κάτι τρίβεται πάνω τους. Στη συνέχεια, εφόσον το τρίψιμο είναι δύο ειδών, υπάρχουν επίσης δύο διαφορετικά αποτελέσματα: από το «τρίψιμο», το αποτέλεσμα θα ήταν ένας τραυματισμός ή μια πληγή- και από το «τρίψιμο» ή το «απομάκρυνση», το αποτέλεσμα θα ήταν ο καθαρισμός μιας επιφάνειας όπου υπήρχαν προηγούμενα σημάδια, όπως όταν χρησιμοποιούμε μια γόμα για να σβήσουμε το γράψιμο στο χαρτί.
Υπό αυτή την έννοια, το τραύμα έχει επίσης ένα αποτέλεσμα «τριβής», ή «απομάκρυνσης», δηλαδή στη διαγραφή των προηγούμενων θέσεων (συνειδητά ή ασυνείδητα) σχετικά με το νόημα και τις αξίες της ζωής, καθώς και τις προτεραιότητές τους στη ζωή. Αυτό έχει ως πιθανό αποτέλεσμα την ανανέωση και την εκ νέου εστίαση σε ό,τι είναι σημαντικό στη ζωή που μπορεί να οδηγήσει σε εποικοδομητική αναζωογόνηση των δραστηριοτήτων και της συνολικής στάσης του ατόμου στη ζωή. Θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι παρόλο που αυτά τα δύο αποτελέσματα είναι αντιθετικά, στην πραγματικότητα συμβαίνουν και τα δύο και κάθε άτομο επηρεάζεται και με τους δύο τρόπους σε διαφορετικό βαθμό (συνειδητά ή ασυνείδητα).
«Αυτό σημαίνει ότι, παραδόξως, παρά την αρνητική τους φύση, οι καταστροφικές εμπειρίες (ανεξάρτητα από το βαθμό της σκληρότητας και του καταστροφικού τους αντίκτυπου) μπορούν επίσης να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αναδιατάξουν τη ζωή τους και να της προσδώσουν νέο νόημα» (Παπαδόπουλος, 2007, σ. 305).



