Διαχείριση Απώλειας
Θρήνος, Πένθος και Αναπροσαρμογή
Υπό μία πραγματική έννοια, κάθε φορά που χάνουμε κάποιον που αγαπάμε, ένα κομμάτι μας πεθαίνει. Καθώς είμαστε όντα κοινωνικά, δομούμε την προσωπικότητά μας σε σχέση με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας- οικογένεια, φίλους, συντρόφους-, συνεπώς η απώλεια αυτών των προσώπων δημιουργεί ένα κενό μέσα μας. Ακόμη και μία αλλαγή περιβάλλοντος, πόσω μάλλον ένας θάνατος ή ένα διαζύγιο, μπορεί να αποσταθεροποιήσει την αίσθηση του εαυτού μας. Είτε μας αρέσει είτε όχι, μετά από μια σημαντική απώλεια δεν θα γίνουμε ποτέ ξανά «ο παλιός μας εαυτός». Μπορούμε όμως να ξαναχτίσουμε μια ταυτότητα που να ταιριάζει στο νέο μας ρόλο, καλλιεργώντας παράλληλα τη συνέχεια με τον παλιό.
Παρότι λοιπόν η απώλεια οικείων σχημάτων ζωής, εργασιακών ρόλων και σχέσεων μπορεί να μας αναστατώνει, ακόμα και να μας απειλεί, ταυτόχρονα μπορεί να γίνει και πρόκληση για να διευρύνουμε την ταυτότητά μας και να εντάξουμε σ’ αυτή τη με κόπο κερδισμένη σοφία που συνοδεύει την εμπειρία της απώλειας. Πώς όμως κερδίζεται αυτή η σοφία;
Οι σύγχρονες κοινωνικές μελέτες δίνουν έμφαση στην εφήμερη φύση της ταυτότητας, η οποία τελικά είναι αγκιστρωμένη στις κοινωνικές σχέσεις. Έτσι και ως επιζώντες μίας απώλειας κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε την ταυτότητά μας σ’ ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης με τους άλλους. Ο θρήνος είναι τόσο δημόσια όσο και ιδιωτική πράξη. Η διεργασία του θρήνου μπορεί να περιγραφεί ως κάτι που διεξάγεται στο επίπεδο τριών συστημάτων που αλληλεξαρτώνται και εντάσσεται το ένα στο άλλο. Αυτά τα συστήματα αντιστοιχούν στον εαυτό, στην οικογένεια και στην ευρύτερη κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από τις ατομικές αντιδράσεις, ο θρήνος ρυθμίζεται και από τους οικογενειακούς ρόλους, την ιεραρχία, την υποστήριξη μεταξύ των μελών και άλλα στοιχεία οργάνωσης και δομής της κοινωνίας γύρω από τη διαχείριση του θανάτου, της απώλειας και του πένθους σαν μία συλλογική νόρμα.
Πεποιθήσεις και ερμηνείες της απώλειας
Ο κόσμος των πεποιθήσεων είναι τα εσωτερικά πρότυπα βάσει των οποίων συνταιριάζουμε τις εισερχόμενες πληροφορίες προκειμένου να προσανατολιστούμε, να αναγνωρίσουμε τι συμβαίνει και να σχεδιάσουμε τη συμπεριφορά μας. Ο θάνατος είναι δυνατόν να επικυρώσει ή να ακυρώσει τις κατασκευές βάσει των οποίων ζούμε ή να αποτελέσει πρωτόγνωρη εμπειρία για την οποία δεν διαθέτουμε κατασκευές. Για παράδειγμα, ο θάνατος ενός ηλικιωμένου προσώπου που πεθαίνει από γηρατειά πλήρης ή ο θάνατος κάποιου ηρωικού πολεμιστή που πεθαίνει για κάποιο ιδανικό που ταυτιζόμαστε κι εμείς, είναι σύμφωνα με τις κατασκευές που μπορεί να έχουμε για τη ζωή και το θάνατο. Αντιθέτως, η αυτοκτονία κάποιου αγαπημένου μας μπορεί να είναι ασύμφωνη με τις πεποιθήσεις μας για τη ζωή και έτσι να είναι δύσκολο να το δεχτούμε μέσα μας.
Ο θρήνος είναι μια προσωπική, ιδιοσυγκρασιακή διεργασία και αναπόσπαστο μέρος της αίσθησής μας για το ποιοι είμαστε. Οργανώνουμε την ταυτότητά μας στην πορεία αποκρυσταλλώνοντας μια αίσθηση του εαυτού και του κόσμου μέσω της δημιουργίας προσωπικών θεωριών ή ερμηνειών για τις εμπειρίες που μας φέρνει η ζωή. Όταν τα γεγονότα κλονίζουν την αίσθηση του εαυτού και του κόσμου, αντιδρούμε προσπαθώντας να τα ερμηνεύσουμε με τρόπο που συμφωνεί με το σύνολο των θεωριών και των ταυτοτήτων μας. Όταν αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν και η πιο θεμελιώδης αίσθηση του εαυτού πλήττεται, τότε χάνουμε την ασφάλεια που μας δίνει η οικεία πραγματικότητα και αναγκαζόμαστε να εδραιώσουμε μια νέα.
Επίσης, ο θρήνος είναι κάτι που κάνουμε εμείς, όχι κάτι που γίνεται σε μας. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να διαχειριστεί κάποιος την απώλεια, είτε πρόκειται για τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις, είτε πρόκειται για διαδικαστικά. Δηλαδή, ποιος θα ασχοληθεί και αν με τα υπάρχοντα του θανόντα, τι τελετουργικό θα γίνει, είναι ζητήματα που απασχολούν με διαφορετικό τρόπο τα άτομα και εξαρτάται από τον καθένα και το οικογενειακό του περιβάλλον για το πώς θα διευθετηθούν αυτά τα ζητήματα.
Ο ρόλος των συναισθημάτων στο πένθος
Τα συναισθήματα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό και θα πρέπει να γίνονται κατανοητά ως ενδείξεις της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι προσπάθειες νοηματοδότησής μας όταν η επάρκεια των κατασκευών δοκιμάζεται. Ενώ παλαιότερα ήταν επικρατέστερη η θεωρία της Kubler-Ross με τα 5 στάδια του πένθους ως άρνηση-θυμός-διαπραγμάτευση-κατάθλιψη-αποδοχή, με αυτή την αλληλουχία ως κύρια υπεύθυνη για τη διαπραγμάτευση της μετάβασης από την πρότερη κατάσταση στη νέα, η οποία επιβάλλεται στον άνθρωπο από τα εξωτερικά γεγονότα. Η νέα πεποίθηση είναι ότι οι διαστάσεις της συμπεριφοράς και της απόδοσης νοήματος είναι το ίδιο κεντρικές, όσο και η συναισθηματική έκφραση.
Ακόμη κάτι για τα συναισθήματα είναι ότι με τη συστημική θεώρηση δεν θεωρούνται πλέον μη φυσιολογικά, παθολογικά ή αποκλίνοντα. Για παράδειγμα, πολλές φορές στα πλαίσια θρήνου, ακούμε από τον περίγυρο ότι τα συναισθήματα που εκφράζουμε «δεν μας βοηθούν» ή ότι θα πρέπει να ξεπεράσουμε το φόβο, τη λύπη, την αγωνία και τον πόνο. Ας μάθουμε όμως, ότι τα συναισθήματα είναι έκφραση βαθύτερων διεργασιών που βοηθούν στη διαχείριση αυτών που μας έχουν συμβεί και στην ανακατασκευή του κόσμου μας. Τίποτα δεν είναι δυσλειτουργικό.
- Πιο συγκεκριμένα, η άρνηση γίνεται κατανοητή ως η αδυναμία του ατόμου να αφομοιώσει το γεγονός του θανάτου σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Η άρνηση λοιπόν αντιπροσωπεύει μία προσπάθεια να «ανασταλεί» για ένα διάστημα το γεγονός που δεν μπορεί να αφομοιωθεί, ώσπου το νόημά του να μπορεί να γίνει κατανοητό σε όλες του τις οδυνηρές διαστάσεις.
- Η κατάθλιψη μπορεί να ιδωθεί ως η προσπάθεια του ατόμου που θρηνεί να περιορίσει την προσοχή του σε όλο και λιγότερα ζητήματα, έτσι ώστε να μπορεί ευκολότερα να διαχειριστεί τον κόσμο.
- Το άγχος αντιπροσωπεύει τη συνειδητοποίηση ότι το γεγονός του θανάτου υπερβαίνει την ικανότητα του ατόμου να το εξηγήσει, να το προβλέψει και να το ελέγξει.
Αν και μπορεί να μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε μέσα στο θυμό ή στην απόγνωσή μας ότι θα έρθει κάποια μέρα που θα προσαρμοστούμε σε μια σημαντική απώλεια, η επιβίωση, η προσαρμογή και ακόμη και η ωρίμανση είναι πράγματι εφικτές. Υπό μία βαθύτερη έννοια, ο πόνος της απώλειας είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει πόσο πολύτιμοι είναι οι δεσμοί που μας συντηρούν και η εύθραυστη φύση της ζωής μπορεί να γίνει απαραίτητη υπενθύμιση της ανάγκης να τη θεμελιώνουμε στα υπέρτατα ζητήματα.



